Εμμανουήλ Ροΐδης
Η Πάπισσα Ιωάννα
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) άρχισε τυπικά την συγγραφική του σταδιοδρομία το 1860 με την μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου. Ουσιαστικά την άρχισε το 1866, μ' ένα πολλαπλό τόλμημα, την «Πάπισσα Ιωάννα». Σε μια εποχή, δηλαδή, όπου, το μόνο καλλιεργούμενο είδος μυθιστορήματος, το ιστορικό, φυτοζωούσε τρεφόμενο από την ψευδομυθολογία του νέου ελληνισμού, αποτόλμησε να μετατοπίσει τον μύθο σε μια κατά μεγάλο ποσοστό ξένη για το ελληνικό κοινό, και, κατά τεκμήριο, κάθε άλλο πάρα ελκυστική εποχή· εξ άλλου, το ύφος του ήταν και στην γενικότητά του και ειδικότερα τόσο απροσδόκητο, ώστε να ξεπερνάει με αποφασιστικότητα και τον αδέξιο λόγο του «Θάνου Βλέκα» του Παύλου Καλλιγά (1855) και να γελοιοποιεί ταυτόχρονα τους ρωμαντικούς στόνους της αθηναϊκής σχολής.
Η επιτυχία που εσημείωσε η Π.Ι., οφειλομένη οπωσδήποτε όχι σε έναν από τους λόγους αυτούς, αλλά στην επιτυχή ισορρόπηση όλων των στοιχείων αυτών, υπήρξε μοναδική στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, αλλά αξιοσημείωτη και στην Ευρώπη γενικότερα, γιατί μεταφράστηκε στα γαλλικά (τρεις φορές), στα γερμανικά (δύο), στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ρωσικά, στα δανικά και στα τσεχικά. Η συνέχεια όμως την οποία δεν έδωσε ο νέος συγγραφέας, μαρτυρεί ότι η περίπτωσή του στάθηκε από τις λίγες εκείνες όπου η επιτυχία δεν υποχρεώνει. Ορθολογιστής και νηφάλιος όπως υπήρξε σε όλη του την ζωή, εστάθμισε τις ικανότητές του, διαπίστωσε τις οργανικές του αδυναμίες για την καλλιέργεια των έργων της δημιουργικής φαντασίας, στον μύθο, στην πλοκή και στην φαντασία, και αναζήτησε αρκετά ενωρίς να κατευθύνει τον πλούτο της σκέψης του προς άλλες μορφές λόγου που θα του ταίριαζαν περισσότερο.
Στο μεταξύ, ο αφορισμός του βιβλίου του Λασκαράτου «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς», το 1856, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα, έδειχνε τι έμελλε να επακολουθήσει την έκδοση της Π.Ι. Έτσι, σε μια ατμόσφαιρα υπερκορεσμένη από πολλαπλές θρησκευτικές αντιμαχίες, και σε ένα ευρωπαϊκό κλίμα που είχε πολύ συντελέσει στον κορεσμό αυτόν, ένας φανατικός κληρικός, ο Καρυστίας Μακάριος, κατορθώνει να παρασύρει με το μέρος του την κοινή γνώμη με διάφορα δημοσιεύματα στον τύπο. Η επιτυχία αυτή του Μακαρίου είχε και άλλες σημαντικότερες και πιο εντυπωσιακές συνέπειες. Το ζήτημα έρχεται στην Σύνοδο, η οποία και παίρνει θέση. Με ημερομηνία 4 Απριλίου 1866 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στέλνει εγκύκλιο στους ιεράρχες, με την οποία όχι μόνον αναθεματίζει την Π.Ι. και συνιστά την καταστροφή της, αλλά πληροφορεί συνάμα το χριστιανικό πλήρωμα πως είχε ζητήσει ήδη την παρέμβαση της πολιτείας εναντίον του βιβλίου.
Αν ο πόλεμος εναντίον της Π.Ι. υπήρξε αναπόφευκτος, αναπόφευκτος δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίον έγινε, γιατί ο θρησκευτικός φανατισμός που επεκράτησε από τους πρωτεργάτες του διωγμού, τον Μακάριο και τους συνεργούς του, οδήγησε στην παραμέληση του αντιπάλου. Γιατί ο Ροΐδης, εντελώς αντίθετα προς εκείνους, παρ' όλες τις ασύστατες σε βάρος του κατηγορίες, είχε την μεγάλη υπεροχή πουθενά να μην θυμώσει, ποτέ να μην εξαγριωθεί, με κανένα τρόπο να μην προσφύγει στην χυδαιότητα. Απέναντι στην αμετροέπεια με την οποία προσφέρονται οι χαρακτηρισμοί εκείνων, ο Ροΐδης στέκεται αρκετά φειδωλός, επειδή βασίζεται στο πλεονέκτημα που μπορεί να του χαρίσει η αντίθεση. Αντίθεση γενική πρώτα: η υπερβολή από την μια μεριά, η έλλειψη από την άλλη· αντίθεση ειδική έπειτα: προβολή των συγκεκριμένων αντινομιών των αντιπάλων του. Εξ άλλου, η καταπληκτική υπεροχή που παρουσιάζει απέναντι όχι μόνο στα θέματα της γενικής παιδείας, αλλά και στα καθαρώς θεολογικά, του επιτρέπει να αντιπαραθέσει ένα πλήθος επιχειρήματα που του τα παρέχει είτε η ευρύτατη γνώση των πηγών της παγκόσμιας λογοτεχνίας είτε αυτών των ίδιων των θεολογικών κειμένων.
Όταν, λοιπόν, ολοκληρώθηκε ο κύκλος των επιθέσεων με τον αφορισμό, δεν αρκέστηκε είτε στις αυθόρμητες συνηγορίες είτε σε όσες θα μπορούσε να προκαλέσει έμμεσα ο ίδιος, αλλά ανέλαβε μόνος του την υπεράσπιση του έργου του. Η αντεπίθεση του Ροΐδη είχε δύο φάσεις· η πρώτη, όπως ήταν φυσικό, αποτελεί απάντηση στην Ιερά Σύνοδο. Την έχει γράψει τριτοπρόσωπα, αλλά ο ίδιος δηλώνει στον πρόλογό του ότι δεν σκοπεύει να αρνηθεί την πατρότητά της. Δεν σπεύδει όμως να την δημοσιεύσει μόλις την συντάσσει, περιμένοντας, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ο ίδιος, να ιδεί αν η Σύνοδος θα πραγματοποιούσε τις απειλές που διατύπωνε στην Εγλύκλιο, σε περίπτωση όπου η Πολιτεία δεν θα βοηθούσε στον αφορισμό. Στο μεταξύ αναπτύσσει την δεύτερη: με το ψευδώνυμο Διονύσιος Σουρλής, γιατρός από το Αγρίνι, στέλνει στην εφημερίδα «Αυγή» με ημερομηνίες 1, 10, 20 και 29 Μαΐου 1866 τέσσερις επιστολές, οι οποίες δημοσιεύονται από την εφημερίδα σε χωριστό φυλλάδιο. Η χρήση ψευδωνύμου δεν απέβλεπε να καλύψει την πατρότητα των επιστολών, πράγμα εντελώς αδιανόητο για την εποχή με την μοναδικότητα του ύφους του Ροΐδη, αλλά τον εξυπηρετούσε να παρουσιάσει με γραφικότητα ορισμένα στοιχεία.
Με τα κείμενα αυτά ο Ροΐδης έδειξε πόσο συστηματικός ήταν και πόσο εγνώριζε σε βάθος και σε λεπτομέρεια την λεπτή τέχνη των διενέξεων. Προέταξε την δημοσίευση των επιστολών, οι οποίες, κάτω από την διάφανη ψευδωνυμία του Σουρλή του έδωσαν την δυνατότητα να διαπραγματευθεί σε έκταση, στον γνωστό του ευτράπελο τόνο, όλα τα σχετικά, από το θεωρητικό μέρος της σάτιρας γενικά, και την σάτιρα της εκκλησίας ειδικότερα, για να καταλήξει ότι η σάτιρά του στην Π.Ι. είναι άσχετη προς την θρησκεία και ότι είχε άλλο στόχο. Τον στόχον αυτόν δεν τον εξετάζει στις επιστολές, αλλά τον προαναγγέλλει για μεταγενέστερο δημοσίευμα, που είναι η απάντησή του στην Σύνοδο. Έτσι, με την πλούσια τεκμηρίωση που συνοδεύει πάντοτε τα κείμενά του, επέτυχε και να θεμελιώσει ιστορικά τις θέσεις του και να αποφύγει ώστε αυτή η επιχειρηματολογία, που θα έκανε πολύ κουραστικό το κυρίως απολογητικό του δημοσίευμα, να εισχωρήσει στην απάντησή του, η οποία έπρεπε να σημαδεύει άμεσα στον κεντρικό στόχο· κι ο στόχος αυτός δεν ήταν άλλος, παρά η απόδειξη της αναξιότητας του κλήρου και όχι η διακωμώδηση της θρησκείας.
Ανεξάρτητα όμως από την διένεξη αυτή που ολοκληρώθηκε και έκλεισε με τις απαντήσεις του Ροΐδη, ο ίδιος μετά την β' έκδοση της Π.Ι., από την οποία είχε περικόψει «τα μάλλον άκοσμα χωρία» εχαρακτήριζε το έργο «νεανικόν αμάρτημα». Ο χαρακτηρισμός αυτός για την Π.Ι., καθώς επίσης και η άλλη παρατήρησή του ότι απέδιδε στις απαντήσεις του «πολύ μείζονα της Παπίσσης σπουδαιότητα», μαρτυρούν ότι, καθώς φυσιολογικά ωρίμαζε ο στοχασμός του και εξελίσσεται προοδευτικά ο πνευματικός του κόσμος, μπορεί να σταθμίσει καλύτερα τώρα τις δυνάμεις του και να συνειδητοποιήσει, ότι είχε βρει τον συγγραφικό του παλμό βασικά στην άσκηση της κριτικής. Μπορεί, βέβαια, το ύφος του να είναι και πολύ προσωπικό και αρκετά προδρομικό, ωστόσο η παράδοση που εδημιούργησε τόσο στην δημοσιογραφία όσο και στα γράμματα, αρκεί να θεωρήσουμε ότι άνοιξε έγκαιρα και με επιτυχία ένα δρόμο, κι ότι βοήθησε και την νεοελληνική κριτική να βρει στα χρόνια του την καλή της ώρα και ν' ανοίξει πιο καλά τα φτερά της.
Αλλά ποια συνέχεια έδωσε ο ίδιος πλέον στο έργο του και ποια επίδραση άσκησε το έργο του αυτό, στο σύνολό του, στην πνευματική ζωή του τόπου γενικότερα; Για την αρχή του ερωτήματος η απάντηση που θα είχαμε να δώσουμε είναι εντυπωσιακή: ο Ροΐδης ευθύς μετά τις αποκρίσεις του στο θέμα της Π.Ι. και για μια ολόκληρη δεκαετία σιωπά και δεν εμφανίζεται στην δημοσιότητα, παρά με μερικά εντελώς σκόρπια λιγοστά δημοσιεύματα, που είναι λίγο - πολύ αποσπόρια των ερευνών του για την Π.Ι. Στο προσκήνιο θα ξανακάνει την εμφάνισή του το 1875 με μια γενναία παρουσία: εκδίδει τον «Ασμοδαίο», εβδομαδιαίο σατιρικό φύλλο που γράφει σχεδόν αποκλειστικά μόνος του και το συνεχίζει για ενάμιση χρόνο. Η δραστήρια αυτή συμμετοχή του στην πολιτική πλέον ζωή του τόπου του, πηγάζει από την συναίσθηση του χρέους που έχει ο πνευματικός άνθρωπος να βοηθήσει με τα μέσα που διαθέτει να ξεκαθαρίσει η απελπιστικά βαρειά ατμόσφαιρα των κοινών πραγμάτων της πατρίδας του. Πέρα από εκεί η συμμετοχή του αυτή θα εξακολουθήσει αργότερα με το στιβαρό «Γεννηθήτω Φως» — ένα από τα λίγα δοκίμιά του όπου ξεπερνάει αρκετά την ειρωνεία — και με τις ετήσιες επιθεωρήσεις της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής ζωής, που θα δημοσιεύσει για σειρά ετών στην εφημερίδα «Ώρα». Ο επόμενος μεγάλος σταθμός του είναι η αντιμαχία που άνοιξε με τον Άγγελο Βλάχο το 1877 γύρω από το μεγάλο και επίμαχο πάντοτε θέμα της ποίησης στην Ελλάδα. Τέλος, στα 1893, η ανάμειξή του στο γλωσσικό ζήτημα και η θερμή συνηγορία του για τα δίκαια του δημοτικού λόγου, με ένα πολυσέλιδο έργο, τα «Είδωλα», θα τον αναδείξουν «ρυθμιστή των ελληνικών πνευματικών πραγμάτων», όπως πολύ σωστά παρατηρήθηκε.
Η τελευταία αυτή διαπίστωση, καθώς και η γνώμη που διατυπώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το 1904 νεκρολογώντας τον Ροΐδη, ότι «όλοι οι νεώτεροι, οι σημερινοί και ποιηταί, και λογογράφοι, και κριτικοί... αυτομολογούνται και αυτοκηρύττονται τέκνα πνευματικά του 'καταλυτού'», οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο Ροΐδης έπαιξε τον ίδιο περίπου ρόλο με εκείνον που έπαιξε στην συνέχεια ο Παλαμάς, που κατόπτευε, κατεύθυνε και διαμόρφωνε την πνευματική ζωή του τόπου. Εξ άλλου η πολύ φυσική δική μας επιθυμία — προκειμένου να αναζητήσουμε τον παλμό και την έκφραση μιας εποχής — να στηριζόμαστε σε μια και μόνη μεγάλη μορφή που να την εκφράζει στην πολλαπλότητά της, μας οδήγησε να θεωρήσουμε τον Ροΐδη έναν άλλον Παλαμά. Ωστόσο ο Ροΐδης Παλαμάς δεν είναι· γιατί ενώ δίνει την εντύπωση συνεχώς ότι τείνει να ολοκληρωθεί ως πνευματικός ηγέτης, κάθε φορά απομακρύνεται από την ολοκλήρωση. Αυτή η αδιάκοπη διαφυγή εκδηλώνεται πολύ χαρακτηριστικά σε ό,τι ιδιαίτερο τον χαρακτηρίζει, την κριτική. Ενώ με το μέσον αυτό του προσφέρονται χίλιες περιπτώσεις ουσιαστικού ελέγχου, τελικά ο έλεγχος αυτός καθ' εαυτός του ξεφεύγει, γιατί η κριτική του είναι αναλυτική, και του λείπει η συνθετική θεώρηση των φαινομένων. Έτσι, η παρατήρηση που διατυπώνει ο Δροσίνης στα απομνημονεύματά του για τον ρόλο του Ροΐδη ανάμεσα στους νεωτέρους του, εκφράζει πολύ καλά την περιορισμένη ακτινοβολία του: «η επίδρασί του αυτή ήταν αρνητική: τι να μη κάνωμε». Από την άλλη μεριά ο Ροΐδης, καλλιεργώντας συστηματικά το αίσθημα της υπεροχής ανάμεσα στους συμπατριώτες του, μένει αμέτοχος από πολλά και σπουδαία γεγονότα της εποχής του.
Έτσι για να ολοκληρώσουμε κάπως παραστατικότερα την θέση του Ροΐδη στα ελληνικά γράμματα, μπορούμε να προσφύγουμε σε μια μέθοδο που εχρησιμοποίησε κάποιος κριτικός: καλεί τον αναγνώστη να φαντασθεί πόσο άδεια θα ήταν η ζωή του τόπου χωρίς την παρουσία του συγγραφέα στον οποίον αναφέρεται. Ας αδιαφορήσουμε λοιπόν για την σχηματικότητα που παρουσιάζει η μέθοδος, και ας την εφαρμόσουμε στην περίπτωση Ροΐδη. Θα έχουμε τότε τις ακόλουθες συνέχειες: Π.Ι. η νεοελληνική σκέψη αποκομμένη από τον μοναδικό εκπρόσωπο ύφους στον πεζό λόγο, τον Κοραή, θα διάνυε τον ιθ' αιώνα χωρίς να αναρριγήσει από την γοητεία του ύφους· «Ασμοδαίος»· ο σατιρικός λόγος θα φυτοζωούσε στην δημοσιογραφική προχειρότητα· Ποίηση και κριτική στην Ελλάδα: η οξύτητα του λόγου για μια ακόμη φορά καλύπτει τις αδυναμίες της κριτικής· «Είδωλα»: η γοητεία του λόγου αποδεικνύεται ισχυρότερος συνήγορος από την αστάθεια των επιχειρημάτων. Αν θέλουμε όμως να προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα από το σχήμα αυτό, εύκολα, νομίζω, θα διαπιστώναμε ότι: και χωρίς την Π.Ι. το ρωμαντικό κίνημα θα ατονούσε, και χωρίς τον «Ασμοδαίο» η πολιτική σάτιρα θα εύρισκε τον δρόμο της, και χωρίς την κριτική του Ροΐδη θα ξανάδενε η ποιητική παράδοση στην Ελλάδα, και χωρίς τα «Είδωλα» θα καταξιωνόταν θεωρητικά η δημοτική. Εκείνο μόνο που δεν μπορεί να δεχθεί κανείς, είναι ότι τα ίδια αυτά δεδομένα ως συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ βρέθηκαν στα χέρια άλλων, και ως καλλίτερα όπλα, δεν απέδωσαν. Το συμπέρασμα, συνεπώς, είναι ότι δεν μπορεί να αποχωρήσει κανείς το ύφος από το θέμα. Έτσι αυτήν την μαχητική ελευθεροφροσύνη που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του Ροΐδη και αποτελεί την καλύτερή του κληρονομιά στην νεοελληνική κοινωνία, έρχεται να την βεβαιώσει ο βαρυσήμαντος λόγος του Αδαμαντίου Κοραή: «Την αληθινήν τέχνην του γράφειν ν' αποκτήση είναι των αδυνάτων, όστις δεν εφρόντισε σύγκαιρα να ενδυναμώση την ψυχήν του με φρονήματα ελευθερίας ακατάπληκτα».
ΑΛΚΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ