Panait Istrati

Κυρα Κυραλινα

 

Τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1921 μου παρέδωσαν ένα γράμμα από το νοσοκομείο της Νίκαιας. Είχε βρεθεί πάνω σε κάποιον απελπισμένο που είχε κόψει το λαρύγγι του. Οι πιθανότητες να επιζήσει ήταν ελάχιστες. Διάβασα το γράμμα και κυριεύθηκα από την αίσθηση της μεγαλοφυΐας. Ένας κοφτερός άνεμος στην πεδιάδα. Ήταν η εξομολόγηση ενός Γκόρκι των Βαλκανίων. Πετύχαμε να τον σώσουμε. Θέλησα να τον γνωρίσω. Γίναμε φίλοι.

Ονομάζεται Ιστράτι. Γεννήθηκε στη Βραΐλα το 1884 από ένα Έλληνα λαθρέμπορο, που δε γνώρισε ποτέ και μια Ρουμάνα χωριάτισσα, μια αξιοθαύμαστη γυναίκα που του αφιέρωσε όλη τη ζωή της χωρίς να βαρυγκωμήσει. Παρά τη στοργή που τρέφει για κείνη, την εγκαταλείπει σε ηλικία δώδεκα χρόνων, σπρωγμένος από ένα δαίμονα τυχοδιωκτισμού ή περισσότερο από την αδηφάγο ανάγκη να γνωρίσει και να αγαπήσει. Είκοσι χρόνια περιπλανήσεων, παράξενων περιπετειών, εξαντλητικής δουλειάς, άσκοπων ταξιδιών και δυστυχίας, καμένος από τον ήλιο, ξεγελασμένος από τη βροχή, χωρίς κατάλυμα και κυνηγημένος από τους νυχτοφύλακες, πεινασμένος, άρρωστος, κατέχονταν από πάθη και βασανίζονταν από τη μιζέρια. Κάνει όλες τις δουλειές: γκαρσόνι σε καμπαρέ, οικοδόμος, φορτοεκφορτωτής, υπηρέτης, άνθρωπος-σάντουιτς, κατασκευαστής επιγραφών, μπογιατζής, δημοσιογράφος, φωτογράφος... Ανακατεύεται για ένα διάστημα με τα επαναστατικά κινήματα. Περιπλανιέται στην Αίγυπτο, τη Συρία τη Γιάφα, την Βυρηττό, τη Δαμασκό και τον Ανατολικό Λίβανο, την Ελλάδα και την Ιταλία, συχνά χωρίς φράγκο στην τσέπη και μερικές φορές ταξιδεύοντας λαθραία σε κάποιο πλοίο, όπου τον ανακάλυπταν στη μέση του ταξιδιού και τον κατέβαζαν στο πρώτο λιμάνι. Στερείται τα πάντα, αλλά αποθησαυρίζει ένα κόσμο αναμνήσεων και συχνά ξεγελάει την πείνα του καταβροχθίζοντας βασικά τους Ρώσους δασκάλους και τους συγγραφείς της Δύσης.

Είναι γεννημένος μυθογράφος, ένας μυθογράφος της Ανατολής που μαγεύει και προκαλεί μέσα από τα γραφτά του και κάθε φορά που ξεκινάει μια ιστορία δεν ξέρει —ούτε αυτός ό ίδιος— αν θα του πάρει μια ώρα ή χίλιες και μία νύχτες για να την τελειώσει. Ο Δούναβης και οι μαίανδροί του... Αυτή η μεγαλοφυΐα του είναι τόσο ακατανίκητη ώστε στο γράμμα που έγραψε πριν επιχειρήσει ν' αυτοκτονήσει, διακόπτει δυο φορές τις απελπισμένες του εκκλήσεις για να διηγηθεί δυο αστείες ιστορίες από το παρελθόν του.

Αποφάσισα να καταγράψω ένα μέρος από τις διηγήσεις του. Και φθάσαμε σ' ένα εμπνευσμένο έργο δυο σχεδόν τόμων. Είναι η επίκληση της ζωής του. Και το έργο του, όπως και η ζωή του, θα μπορούσαν ν' αφιερωθούν στη φιλία. Γιατί αυτή αποτελεί για τούτο τον άνθρωπο ένα καθαγιασμένο πάθος. Σ' όλη την μακριά του πορεία σταματάει στην ανάμνηση των προσώπων που συνάντησε· το καθένα κρατάει το αίνιγμα του πεπρωμένου του, που ψάχνει να μαντέψει. Και κάθε κεφάλαιο του μυθιστορήματος συγκροτεί μια νουβέλα. Τρεις ή τέσσερεις απ' αυτές τις νουβέλες είναι αντάξιες των Ρώσων δασκάλων. Διαφοροποιούνται από την ιδιοσυγκρασία, το φως, την αποφασιστικότητα του πνεύματος, τη χαρμόσυνη τραγικότητα — αυτή τη χαρά του μυθογράφου που απελευθερώνει την καταδυναστευμένη ψυχή.

Θα 'ταν καλό να θυμόμαστε ότι ό άνθρωπος που έγραψε τούτες τις σελίδες έμαθε μόνος του τα γαλλικά, εδώ κι εφτά χρόνια, διαβάζοντας τους κλασικούς μας.

ΡΟΜΑΙΝ ΡΟΛΛΑΝ


 

Πιστεύετε, όπως κι ο φίλος μας ο Ρομαίν Ρολλάν, ότι θα έπρεπε, μέσα σε λίγες γραμμές, να εξηγήσω το κεντρικό θέμα που θα συναντήσουμε να κυριαρχεί σ' όλα τα βιβλία μου;

Ποτέ δε σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να δώσω ο ίδιος επεξηγήσεις γι' αυτό το θέμα. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας και δε θα γίνω ποτέ. Η τύχη θέλησε να με ψαρέψει μέσα από τα βαθιά νερά του ωκεανού της κοινωνίας ο ψαράς ανθρώπων της Βιλλενέβ[1]. Είμαι δημιούργημά του. Για να μπορέσω να ζήσω αυτή τη δεύτερη ζωή μου χρειαζόμουν την εκτίμησή του και για να μου χαρίσει αυτή τη ζεστή, τη φιλική εκτίμηση, μου ζήτησε να γράψω.

«Δεν περιμένω από σας ενθουσιώδη γράμματα», μου έγραφε, «περιμένω κάποιο ολοκληρωμένο έργο. Δημιουργήστε ένα έργο, πιο ουσιαστικό από σας, πιο ανθεκτικό από σας, του οποίου θα είστε ο πυρήνας».

Μ' αυτό το μαστίγωμα στα καπούλια και χάρη ακόμα στη βρώμη που μου πρόσφερε μεγαλόψυχα ο φίλος Ζωρζ Ιονέσκο, βάλθηκα να καλπάζω με έξαψη.

Οι Αφηγήσεις του Αδριανού Ζωγράφου οφείλονται και στους τρεις μας. Μόνο με τις δικές μου δυνάμεις δεν είμαι ικανός να κάνω τίποτα περισσότερο από το να μπογιατίσω ένα κτίριο, να βγάλω μια υπαίθρια φωτογραφία ή να κάνω άλλες συνηθισμένες δουλειές, εύκολες σ' όλους τους ανθρώπους.

Ο Αδριανός Ζωγράφος δεν είναι προς το παρόν παρά ένας νέος άνδρας που αγαπάει την Ανατολή. Είναι ένας αυτοδίδακτος που ανακαλύπτει τη Σορβόννη όπου μπορεί. Ζει, ονειρεύεται, επιθυμεί σφοδρά διάφορα πράγματα. Αργότερα θα τολμήσει να πει ότι τα πράγματα είναι κακοφτιαγμένα και από τους ανθρώπους και από το Δημιουργό. Ξέρω πως είναι τρομερά επικίνδυνο να διαφωνείς με το Δημιουργό. Αλλά στη Γαλλία, ξέρετε, δεν μπορούμε να ευχαριστήσουμε όλο τον κόσμο και μαζί και τον Πατέρα του. Ελπίζω παρόλα αυτά πως θα συγχωρήσουν την τόλμη του Αδριανού. Γιατί διατηρώντας ακέραιη την ελευθερία του, θα τολμήσει και κάτι άλλο — ν' αγαπά και να υπάρχει πάντα, σ' όλες τις χώρες, να είναι ο φίλος των ανθρώπων που έχουν καρδιά. Και υπάρχουν λίγοι από δαύτους, αλλά ο Αδριανός δεν πιστεύει ότι η ανθρωπότητα είναι τόσο απέραντη όσο νομίζουμε.

Στο μεταξύ σ' ότι αφορά την ιστορία του, αυτή τη στιγμή δεν κάνει τίποτα περισσότερο παρά ν' ακούει τις ιστορίες των άλλων. Ακούστε κι εσείς μαζί του, αν πραγματικά το θέλετε.

ΠΑΝΑΪΤ ΙΣΤΡΑΤΙ


 

[1] Ο Ρομαίν Ρολλάν