Βάνα Κοντομέρκου

Ανάμεσα σε δυο πατρίδες

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις «Δωδώνη»

Αθήνα – Γιάννινα 1986

  

  Η λέξη «ξενιτιά» μου άφηνε πάντα μια ερμαφρόδιτη γεύση στο στόμα, που δεν είχε τίποτα το λείο, απ' όπου και να την έπιανα να σπρώξω να την καταπιώ. Ίσως να έφταιξε από τη μια, η θηλυκιά γεύση της γόνιμης αφθονίας που έτρεχε από τα μπατζάκια «των Αμερικάνων» που 'ρχονταν στο χωριό μου και πέταγαν τα χιλιάρικα με τη σέσουλα στα πόδια κάποιας τραγουδίστριας στα πανηγύρια. Κι από την άλλη, ίσως να ήταν εκείνη η μοναδική σε συναίσθημα, εικόνα του ζωντανού χωρισμού. Σκληρή, τραχιά, ανθεκτική στο είδος της, που δεν σβηνότανε με τίποτα και που με κυνήγαγε μέχρι σήμερα κάθε φορά που σκεφτόμουνα το θέμα. Ήταν εκείνα τα κλάματα και τα μοιρολόγια των γυναικών που τράνταζαν τις ρούγες, από την κορφή μέχρι τον πάτο του μικρού χωριού μου κάθε φορά που ήταν να ξενιτευτεί ένα παλληκάρι. Και γω μικρή, περνώντας έξω από το φράχτη του σπιτιού, στεκόμουνα με έκσταση και δέος ανείπωτο στην καρδιά μου, σαν μέσα να γινότανε κηδεία. Ήταν τότε που η λέξη ξενιτιά, είχε πάρει στη φαντασία μου, τις διαστάσεις ενός θρυλικού τέρατος που καταβρόχθιζε τα παλληκάρια.

Τώρα μεγάλωσα πια. Ποιος πίστευε, πως θα το 'φερνε η μοίρα μου να ξενιτευτώ; Είδα και έζησα πολλά εκεί. Τρίφτηκα με τους ανθρώπους τούς από «πέρα απ' τον ωκεανό». Τα προβλήματά τους, έγιναν και δικά μου. Σήμερα οι αποστάσεις, έχουν σχεδόν μηδενισθεί. Έτσι το τέρας της παιδικής μου φαντασίας, έχει καταλαγιάσει μέσα μου. «Λεφτά να έχεις τώρα, ακούς και λένε μερικοί, και γυρίζεις τον κόσμο... ανάποδα». Αυτό είναι μια αλήθεια. Αλλά μόνο αυτό είναι αρκετό;

Την απάντηση την έδωσε μια μέρα μια μάνα στο αεροδρόμιο, που μέσα στα αναφιλητά της για το παιδί της που έφευγε, φώναζε: «Ανάθεμα... στον Κολόμπο!» Τίποτ' άλλο. Τ' άκουσα, κι απότομα ένιωσα διχασμένη.

Ο λόγος που αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο, ξεκίνησε από εσωτερική μου ανάγκη να μιλήσω για μια «άλλη» πραγματικότητα των Ελλήνων της Αμερικής. Μια πραγματικότητα που απέχει πολύ από την κοινή εικόνα που συχνά παρουσιάζεται στον τόπο μας. Του «Αμερικάνου» που 'ρχεται και σπαταλάει τα λεφτά χωρίς να σκέφτεται. Μια πραγματικότητα, που έχει να κάνει, όχι μόνο με τον αγώνα του Έλληνα να επιζήσει σ' αυτή την ζούγκλα του υλισμού, αλλά και με τον αγώνα του... να μην σβήσει.

«Δος μου τους κουρασμένους, τους φτωχούς σου,
τα συνωστισμένα πλήθη σου που λαχταρούν
ν' αναπνεύσουν ελεύθερα.
Τους άθλιους, απ' τις γεμάτες ακτές σου.
Στείλε τους άστεγους, τα ξεροκαμένα ναυάγια
των καταιγίδων, σε μένα.
Υψώνω τον δαυλό μου, κοντά στην Χρυσή Πύλη».

Μ' αυτές τις γραμμές, τελειώνει το σονέτο «The New Colossus» (1883) της συγγραφέως Έμμας Λαζάρου, εκφράζοντας την Πίστη της στην Αμερική, σαν καταφύγιο των καταπιεσμένων. Το σονέτο, είναι γραμμένο πάνω στην μπρούτζινη πλάκα στην βάση του αγάλματος της Ελευθερίας, που βρίσκεται στο μικρό νησί μπροστά στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.

Το άγαλμα μπρούτζινο και εννενήντα δύο μέτρα ψηλό μαζί με τη βάση του, παριστάνει μια γυναίκα, που στο δεξί της χέρι υψώνει έναν δαυλό και στο αριστερό κρατάει μια πινακίδα με την ημερομηνία, 4 Ιουλίου 1776. (Η ημέρα της Εθνικής Ανεξαρτησίας της Αμερικής από τους Άγγλους.) Υπενθυμίζει δε τη φιλία του Αμερικανικού λαού και των Γάλλων. Η πρόταση της κατασκευής του, έγινε από τον Γάλλο ιστορικό Edouard de Laboulaye, μετά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο πόλεμο. Χρήματα συνεισφέρθησαν από τους Γάλλους και το εφιλοτέχνησε στην Γαλλία ο Γάλλος γλύπτης Frederic –Auguste– Bartholdi. Μεταφέρθηκε δε κομματιαστά στη Νέα Υόρκη το 1885 και ένα χρόνο αργότερα, τοποθετήθηκε στην βάση του εδώ, αφιερωμένο από τον Πρόεδρο Grover Cleveland στις 28 Οκτωβρίου 1886.

Το άγαλμα της Ελευθερίας, που το επίσημο όνομά του είναι Liberty Enlighting the World, (H Ελευθερία που διαφωτίζει τον κόσμο), δηλώθηκε σαν Εθνικό Μνημείο, το 1924.

Δίπλα στο νησάκι της Ελευθερίας, που παλιά λεγόταν Bedloe's Island, βρίσκεται το νησί ΕΛΛΙΣ, ή «Χρυσή Πύλη» όπως το αποκαλεί στο σονέτο της η Εμ. Λαζάρου. Γνωστό σαν ο μεγαλύτερος μεταναστευτικός σταθμός από το 1892 μέχρι τό 1943. Αργότερα μέχρι το 1954 παρέμεινε απλώς κρατητήριο για τους αλλοδαπούς και τους εξόριστους. Το δε 1965, έγινε παράρτημα του Εθνικού Μνημείου του αγάλματος της Ελευθερίας.

Και καλά «εν ολίγοις», η ιστορία εδώ, όπως μας την λένε τα βιβλία. Στο νησί Έλλις, πέρα από την φυσική ομορφιά που περιτριγύριζε το κτήριο της Μεταναστευτικής Υπηρεσίας, είχε ανοίξει τότε ένα άλλο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ένα κεφάλαιο που το άφησε στην ψυχή των μεταναστών που καταφθάνανε εδώ κατά χιλιάδες εκατοντάδες στα χρόνια της προπολεμικής και μεταπολεμικής μισοερειπωμένης Ευρώπης και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, σαν νησί των δακρύων και των στεναγμών. Ένα κεφάλαιο που άγγιζε την τραγικότητα μέσα από τις ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί.

«Η ταλαιπωρία από το πολυήμερο ταξίδι μας μέχρι να 'ρθουμε εδώ, μου είπε ένας γεροντάκος, δεν ήταν τίποτα παιδί μου, μπροστά σ' αυτό που μας περίμενε εκεί. Τουλάχιστον πριν είχαμε την ελπίδα, πως όλα αυτά θα τελειώσουν και θα πατήσουμε το πόδι μας στην Αμερική. Αλλά εκεί μέσα η αγωνία και ο φόβος από την ιατρική εξέταση, μας παρέλυσε. Δεν ξέραμε βλέπεις και την γλώσσα να συνεννοηθούμε. Περιμέναμε με τη σειρά, ξεχωριστά οι άντρες απ' τις γυναίκες να μας φωνάξουν και η απόφαση του γιατρού, ήταν η ζωή μας ή ο θάνατός μας. Δοξάζω το Θεό, που με βρήκαν γερό. Έναν άλλο, που ερχόμασταν μαζί, τον έκριναν «ακατάλληλο» και τού 'παν να γυρίσει πίσω. Καλύτερα να τού 'διναν δηλητήριο, παρά που τον έστειλαν πίσω. Είχε πουλήσει κι αυτά τα λίγα που είχε, να μαζέψει τα λεφτά για να μπαρκάρει εδώ. Είχε αφήσει πίσω γονείς, γυναίκα και τρία παιδιά. Κι όλοι περίμεναν να ζήσουν από αυτά που θα τους έστελνε. Σαν τον θυμάμαι! Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. «Θ' αυτοκτονήσω μου 'λεγε, αλλά πίσω δεν πάω. Πώς να πάω και τι να τους πω; Πως δεν μ' έκριναν άξιο;»

Χρόνια κι αυτά. Σαν τα θυμάμαι! Και μεις που βγήκαμε έξω; Τι ταλαιπωρία, τι εκμετάλλευση, μέχρι να καταλάβουμε τι μας γίνεται. Δούλευα μέρα και νύχτα για ένα κομμάτι ψωμί. Όλοι κοιτάζανε να βγάλουνε από μας τους φτωχομμιγκράντς. Από τον «μπόσσι» μέχρι αυτόν που μας εύρισκε τη δουλειά. Αργότερα έμαθα πως έφτιαξε περιουσία. Αχ! η γλώσσα παιδί μου. Μεγάλη υπόθεση. Η γλώσσα και τα χέρια. Η Αμερική, ήθελε χέρια για δουλειά. Στις φάμπρικες, στους δρόμους, στις «μάινες»... (ορυχεία). Τότε βλέπεις ακόμα φτιαχνότανε...»

Και η Αμερική φτιαχνότανε... Από τότε που οι λευκοί πάτησαν στο έδαφος κι έφτιαξαν αποικίες, παραμερίζοντας τους ιθαγενείς Ινδιάνους, που ήταν η πατρίδα τους. Σε μάχες σκληρές ποτισμένες με αίμα, που κράτησαν χρόνια. Πριν ακόμα από την Αμερικάνικη Επανάσταση, άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι άποικοι, Ολλανδοί, Άγγλοι, Σκωτσέζοι, Γερμανοί, στις βορειοανατολικές ακτές της χώρας. Αργότερα στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Ιρλανδοί και οι Αγγλωσάξωνες, The new Englanders, σκορπίστηκαν παντού, αναπτύσσοντας τα περίχωρα της Νέας Υόρκης. Μετανάστες, άρχισαν να καταφθάνουν από παντού. Πρώτα από την Βόρειο και Κεντρική Ευρώπη, και αργότερα στις αρχές του αιώνα μας, από την Νότια.

Όλος αυτός ο κόσμος, κι οι άλλοι που ήρθαν μετά από τις άλλες ηπείρους, εξαπλώθηκαν παντού, από την μια άκρη της Αμερικής μέχρι την άλλη και ιδιαίτερα στις μεγάλες πολιτείες. Σε μια στατιστική του πληθυσμού, που έγινε το 1970 στην Νέα Υόρκη, ο ένας έξω από τους οκτώ Νεοϋορκέζους, ήταν γεννημένος αλλοδαπός, και τα 33% ήταν ή αλλοδαποί, ή είχαν έναν ή και τους δύο γονείς γεννημένους αλλοδαπούς.

Οι ορδές των μεταναστών, το σμίξιμο της κουλτούρας και των ανθρώπων, έφτιαξαν την εικόνα του μωσαϊκού που παρουσιάζεται σήμερα στην Αμερική. Η Νέα Υόρκη, είναι ένα ζωντανό παράδειγμα της όλης μορφής, αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο. Πολλοί λένε, «η Νέα Υόρκη, δεν είναι η Αμερική», ή «Είναι θαυμάσια να την επισκεφτεί κανένας, αλλά όχι να ζήσει εκεί». Για μένα είναι η Πόλη που δεν κλείνεται σε περιορισμένα σύνορα ψυχικής τοποθέτησης. Είναι η Πόλη των παραδόξων και των αντιθέσεων. Μοναδική σε χρώμα μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα των λαών και της κουλτούρας. Είναι ακόμα η Πόλη των εκπλήξεων, που σου κρατάει συνέχεια αμείωτο... το ενδιαφέρον. Τα κύματα των διαφόρων εθνικοτήτων έφεραν σαν αποτέλεσμα τη σημερινή εικόνα και την υφή της Πόλης. Ο πυρετός και τα ηλεκτρισμένα πλήθη που έψαχναν για καλύτερη ποιότητα ζωής μέσα στο κλίμα του συναγωνισμού των εθνών, η ανάγκη της επιβίωσης, δημιούργησαν χωρίς κανείς να το επισημάνει την αρχή του ματεριαλισμού. Μια αρχή, που απλώθηκε από άκρη σ' άκρη, της χώρας.

Η Πόλη αυτή, που κάποτε σαν όνομα, ήταν η σφραγίδα του Πλούτου και της Ευημερίας, πολλοί πιστεύουν σήμερα πως έχει χάσει κάτι από την αίγλη της. Οι επιχειρήσεις τραβιούνται στα περίχωρα, και το έγκλημα έχει πολλαπλασιαστεί ιδίως από το 1950, 1960 και έπειτα, με τις ατέλειωτες συγκρούσεις των Μαύρων και των Πορτορικάνων και άλλων στοιχείων, κάνοντας ανάμνηση του παρελθόντος την ασφάλεια που υπήρχε στα χρόνια του 20, 30 και 40, όπου ακόμα και στις φτωχογειτονιές καθόντουσαν τα ζεστά βράδια του καλοκαιριού με τις πόρτες ανοιχτές. Η άμεση και προσωπική ανάγκη της επιβίωσης, το κυνήγημα της «ευκαιρίας» βασισμένο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η προώθηση του κεφαλαίου, η πρακτικότητα της ζωής, η ποικιλία του «φόντου» των λαών, έχουν παράγει όλους τους ανθρώπινους κοινωνικούς χαρακτήρες, της Πολιτικής, της Τέχνης, της ιδεολογίας και του Υπόκοσμου.

Παρ' όλα αυτά, η Νέα Υόρκη, και ιδίως το κέντρο της Μητρόπολης, το Μανχάτταν, μία από τις πέντε περιφέρειές της (Μπρονξ, Κουήν, Μπρούκλιν, Ρίτσμοντ–Στέιτεν Άιλαντ) και το ...θρυλικό Μανχάτταν), είναι αναμφισβήτητα η καρδιά της Πολιτείας. Η ζωντάνια της ασφυχτικής ζωής του, η αποθέωση της ενεργητικότητας μέρα και νύχτα, ο κόσμος των Επιχειρήσεων, της Τέχνης, της Επιστήμης, της Οικονομίας, της Μόδας, της νυχτερινής ζωής του, το σμίξιμο του μοντέρνου και του κλασικού, της χλιδής και της φτώχειας, αφήνουν μια υπερδιέγερση στην ψυχή που αγγίζει τα όρια της ανατριχίλας. Το μαγικό Μανχάτταν! Ποιος θα το πίστευε; Το 1625 ο Ολλανδός κυβερνήτης, Peter Minuit, πλήρωσε στους Ινδιάνους 60 Ολλανδικές Γκουίλντερς, γύρω στα 24 δολλάρια, για να το αγοράσει και έφτιαξε εκεί την αποικία του Νέου Άμστερνταμ! Που; Στο Μανχάτταν που σήμερα και ο αέρας που αναπνέει κανείς, είναι πανάκριβος, ακόμα κι αν μένεις σε μια τρύπα. Το Μανχάτταν! Που ο ήλιος της ημέρας αντανακλάει στους ουρανοξύστες και το ντύνει με φαντασία, και τα φώτα της νύχτας, στο Broadway και στο Times Square με λάμψη και αίγλη. Με την φημισμένη Πέμπτη Λεωφόρο με τις μεγαλύτερες φίρμες του κόσμου στα μαγαζιά, τα ψηλά κτήρια της Wall Street, την ασύλληπτη θέα από το Empire State Building και τα Twin Towers (World Trader Center) όπου σε καθαρή μέρα βλέπεις σε ακτίνα 30 μίλια μακριά και το νησί Μανχάτταν φαντάζει σαν πετράδι ανάμεσα στους Hudson, East και Harlem ποταμούς. Με το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών, τα Μουσεία (Metropolitan Museum of Art, The American Museum of Natural History, The Museum of Modern Art κ.ά.), τις Γκαλλερύ, τις Βιβλιοθήκες, την μποέμικη ζωή του Greenwich Village, την ανατολίτικη γεύση από το Chinatown, και το ζεστό χρώμα του Little Italy. Τα Cafe και τα Deli με τα τραπεζάκια στο δρόμο που θυμίζουν Ευρώπη, και τις θαυμάσιες σπεσιαλιτέ των γκουρμέ ρέστωραν των διαφόρων εθνικοτήτων. Το συνωστισμό και τη μυρουδιά του υπόγειου τραίνου, τη βρωμιά των δρόμων με το γραφίτι στους τοίχους και το φόβο της νύχτας στις γειτονιές που η μιζέρια και η αθλιότης έχει κάνει στέκι της, και η ανθρώπινη τραγικότητα γεμίζει κάτω τα πεζοδρόμια.

Μια πόλη, που η δυστυχία στις φτωχογειτονιές του Harlem, αντανακλάει κοντά στον πλούτο των πολυτελών διαμερισμάτων μερικά τετράγωνα πιο κάτω στην αριστοκρατική περιφέρεια του Central Park με τα μεγάλα ξενοδοχεία και τα μόνιππα που βγάζουν περίπατο τους τουρίστες.

Νέα Υόρκη! Ο μαγνήτης, στη γη της Επαγγελίας, όπου τα δολλάρια... έρεαν στους δρόμους, στην σκέψη των φτωχών πατέρων και παππούδων μας, που ξεκίνησαν φορτωμένοι με όνειρα και ελπίδες για να ποτίσουν με δάκρυα και ιδρώτα την καλυτέρευση της ζωής τους.

Είναι άραγε ακόμα η Αμερική του σήμερα το όνειρο και η λύση των προβλημάτων αυτών που έρχονται για να ζήσουν; Ή η πραγματικότητα της ζωής, έχει περάσει τον ωκεανό και έχει διαλύσει τις αυταπάτες;

Όπως και να 'χει πάντως, ένα είναι βέβαιο. Πως όπου και να ζει ο άνθρωπος, άμα είναι ευτυχισμένος, είναι αρκετό. Γιατί όσα λεφτά κι αν έχει κανείς, δεν αγοράζει την ευτυχία.