Το ημερολόγιο της Anne Frank

 

Ανάμεσα στα δώρα που πήρε η Anne Frank για την δέκατη τρίτη επέτειο των γενεθλίων της, αυτό που την ευχαρίστησε περισσότερο ήταν ένα ημερολόγιο. Δεν είχε ξαναπροσπαθήσει να γράψει, αλλά είχε την έμφυτη τάση. Έγραψε για τον εαυτό της, τους φίλους της, τις σχολικές εξετάσεις, τους καθηγητές το φλερτ της. Από τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου της γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ένα ευγενικό και συμπαθητικό παιδί, που ωστόσο δεν ζει σε απόλυτα φυσιολογικές συνθήκες. Είναι ευκολονόητο, αφού το ημερολόγιο αυτό αρχίζει τον Ιούνιο του 1942, στο Άμστερνταμ και οι γονείς της Anne είναι Γερμανοεβραίοι, που μετανάστευσαν από τη Γερμανία το 1933. Η Anne φοράει το κίτρινο άστρο, δεν μπορεί να μπει σε τραμ, να πάει σινεμά, να χρησιμοποιήσει ποδήλατο, να καθίσει στον κήπο της μετά τις οκτώ. Οι απαγορεύσεις αυτές - καθώς και πολλές άλλες -δεν την επηρεάζουν, τις δέχεται με υπομονή, σχεδόν με ευθυμία. Είναι ελκυστική και το ξέρει. Ακόμη και στις στιγμές του μεγάλου κινδύνου είναι παιδί: όταν, ένα μήνα μετά τα γενέθλιά της, η οικογένεια Frank αναγκάζεται να καταφύγει σε κρησφύγετο, για να γλιτώσει από την Γκεστάπο, το πρώτο πράγμα που η Anne παίρνει μαζί της είναι το ημερολόγιό της, τα ρόλλεϊ για τα μαλλιά και τα σχολικά της βιβλία.

Ο πατέρας της προετοίμαζε από καιρό ένα κρησφύγετο, στους δύο ορόφους ενός παλιού κτιρίου, το κτίριο όπου στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας του, που τώρα διαχειρίζονταν δύο Ολλανδοί. Η φιλία των δύο αυτών Ολλανδών για την οικογένεια Frank και το θάρρος τους έκανε αυτή την απόδραση δυνατή. Σε πολλά παλιά Ολλανδικά σπίτια, τα πίσω δωμάτια, που βλέπουν σε κήπο ή αυλή, μπορούν να χωριστούν από τα δωμάτια που βλέπουν στο δρόμο. Σ' ένα τέτοιο «διαμέρισμα» βρήκε καταφύγιο η Anne, μαζί με την δεκαεξάχρονη αδελφή της Margot και τους γονείς της καθώς και μια άλλη οικογένεια Εβραίων, τους Βαν Ντάαν και τον δεκαεξάχρονο γιο τους Πέτερ και, αργότερα, έναν ηλικιωμένο οδοντίατρο, τον Ντύσσελ. Έπρεπε να προσέχουν συνεχώς, μέρα - νύχτα, να μην τους ακούσει ή τους δει κανείς. Ήταν υποχρεωμένοι να περνούν ώρες ολόκληρες καρφωμένοι σε μια καρέκλα ή ένα κρεβάτι αμίλητοι· ζωή, σίγουρα, πολύ σκληρή για ένα ζωηρό, δεκατριάχρονο κορίτσι.

Στις ατέλειωτες ώρες της υποχρεωτικής σιωπής η Anne Frank διάβαζε τα βιβλία που έφερναν οι Ολλανδοί προστάτες τους και κρατούσε το ημερολόγιό της, γράφοντας σ' αυτό ό,τι θα ήθελε να εκμυστηρευθεί σ' ένα καλό φίλο ή φίλη. Η ελπίδα είναι έμφυτη στην Anne Frank. Σχεδιάζει να δώσει στα παιδιά της να διαβάσουν τα βιβλία της αγαπημένης της συγγραφέα, τελειώνει τις προσευχές της με ευγνωμοσύνη για τη σιγουριά του κρησφύγετου και για την καλή της υγεία· είναι ευγνώμων για την ομορφιά της φύσης και πιστεύει ότι ο Θεός δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Πιστεύει ότι το μέλλον θα της φέρει αγάπη κι ευτυχία. Ύστερα, όταν γίνεται η απόβαση των Άγγλων, ονειρεύεται την ημέρα που θα εγκαταλείψει το κρησφύγετο για να βρεθεί, πριν το φθινόπωρο, ξανά στα σχολικά θρανία.

Το εγκαταλείπει, αλήθεια, πριν το φθινόπωρο, αλλά για να βρεθεί σ' ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στις 4 Αυγούστου 1944, η Γκεστάπο συνέλαβε τις δύο κρυμμένες οικογένειες. Ανάμεσα στα λίγα πράγματα, που βρέθηκαν στη λεηλατημένη «σοφίτα», ήταν και το ημερολόγιο της Anne, που παραδόθηκε στους Ολλανδούς φίλους της.

Τέσσερις μήνες πριν είχε γράψει: «Θέλω να συνεχίσω να ζω, ακόμη και μετά το θάνατό μου». Θεωρούσε το ημερολόγιό της μυστικό, δεν υπολόγιζε σ' αυτό για να μείνει η ανάμνησή της ζωντανή, ακόμη και μετά το θάνατό της. Αλλά, η κακή της τύχη, την εμπόδισε να πραγματοποιήσει όσα ονειρευόταν. Ευτυχώς, έμεινε το ημερολόγιό της, να απευθύνεται σ' όλη την ανθρωπότητα με τις ζωντανές, γελαστές εικόνες του, που τα δολοφονικά χέρια δεν έκαναν τον κόπο να καταστρέψουν. Η πόρτα του κρησφύγετου είχε κλείσει ένα κορίτσι, που με την απεριόριστη ευθυμία του κερδίζει τον ηλικιωμένο καθηγητή της, που την τιμώρησε για τη φλυαρία της στην ώρα του μαθήματος, βάζοντάς την να γράψει έκθεση με τίτλο: «Μία φλύαρη». Καθώς ο καιρός περνά η ενστικτώδης ευθυμία και η αγάπη για ζωή, που χαρακτηρίζει την Anne, γίνεται πιο βαθιά, πιο έντονη: από το παράθυρο της αποθήκης κοιτάζει τον ουρανό, τα δένδρα, το λιμάνι και σκέφτεται τη στιγμή της μεγάλης της ευτυχίας, όταν θα μπορέσει ν' αντικρίσει τη φύση ελεύθερη. Αρνείται την απελπισία και λίγο-λίγο καλλιεργεί στην καρδιά της την πίστη ότι η καλοσύνη και η χαρά της ανήκουν κι ότι έχει τη δυνατότητα να ζήσει και να μορφωθεί. Καταλαβαίνει τη σοβαρότητα της καταστάσεως που ζει, αλλά η εύθυμη φαντασία της διώχνει το φόβο μακριά. «Θέλω να σε βοηθήσω», λέει στον Πέτερ κι εκείνος απαντά: «Μα, πάντα με βοηθάς, με το κέφι σου».

Η Anne Frank μεταβάλλεται σε γυναίκα, ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, αναγκασμένη να υποστεί την καταπίεση τεσσάρων ενηλίκων, που το άγχος και τα σπασμένα νεύρα τους κάνουν σκληρούς, που προτιμούν πάντα εκείνη για τις συμβουλές και τις παρατηρήσεις τους. Οι σελίδες του ημερολογίου της γεμίζουν με αγανάκτηση, που συχνά γίνεται μίσος και παράλληλα με την επιθυμία να γίνει καλή και αγαπητή.

Με απίστευτη διαύγεια προσπαθεί να αναλύσει τον εαυτό της και τους συγκατοίκους της. Ωριμάζει γρήγορα, μέσα σ' αυτή την καταπιεσμένη ατμόσφαιρα, τόσο γρήγορα, που αισθάνεται την μοναξιά και τη σιωπή να την τυλίγουν και καταλαβαίνει ότι λίγη υποκρισία θα έκανε τη ζωή της πιο εύκολη κι όμως, δεν γίνεται υποκρίτρια. Αντίθετα αναπτύσσει την υπομονή της, μια υπομονή που κυμαίνεται ανάμεσα στην τρυφερότητα και την αδιαφορία, την υπομονή ώριμου ανθρώπου. Αποσπάται γρήγορα από τους γονείς της. Αρνείται να κάνει συμβιβασμούς. Κι όταν, σε κάποια στιγμή, διαισθάνεται το τέλος της, αναγνωρίζει ότι η ζωή απαιτεί θάρρος και κέφι. Έχει τα όνειρά της, τη θρησκεία της και τον έρωτά της. Είναι μόλις δεκαπέντε χρονών κι όμως γράφει: «Αισθάνομαι ότι είμαι γυναίκα, μια γυναίκα με ηθική δύναμη και θάρρος».

Η ανάμνηση της παιδικής της αγάπης για τον Πέτερ Βέσσελ, που ζωντανεύει σ' ένα όνειρο, ξυπνά την ωριμότητα, αλλά μια ωριμότητα συνδυασμένη με την φρεσκάδα και την αγνότητα της τρυφερής της ηλικίας, που την οδηγεί στο καινούριο της αίσθημα για τον Πέτερ Βαν Ντάαν. Μέσα από το ημερολόγιό της ξεπηδά η αγνότητα αυτής της νέας σχέσης, που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους δύο φυλακισμένους. Η αγνότητα, που είναι η μεγαλύτερη αρετή της, η αγνότητα ενός γρήγορου, καθαρού πνεύματος. Στην αρχή έβρισκε τον Πέτερ Βαν Ντάαν κουτό και αντιπαθητικό. Ύστερα από ενάμιση χρόνο και μετά το όνειρό της για τον άλλο Πέτερ, αρχίζει να τον πλησιάζει. Καταλαβαίνει και τη δική του μοναξιά. Και χωρίς την παραμικρή βιασύνη, σαν να είχε μπροστά της ολόκληρη ζωή, προσπαθεί να τον κερδίσει.

Αλλά, ακόμη και μαζί του, η διαύγεια του πνεύματός της δεν την εγκαταλείπει. Δεν κατακρίνει την αδυναμία του και την πνευματική του φτώχεια, αλλά δεν μπορεί να μη την δει.

Είναι φιλόδοξη, αλλά διαβάζοντας κάποιος το ημερολόγιό της, τη δικαιώνει γι' αυτή τη φιλοδοξία της. Είναι γεννημένη συγγραφέας, στο ημερολόγιό της ζωντανεύει τα αφιλόξενα δωμάτια του κρησφύγετου, την ατμόσφαιρα, τις μυρωδιές, τις τρομακτικές ώρες της νύχτας, τους διαλόγους, τις έννοιες που κρύβουν οι φωνές και οι χειρονομίες, με μια ευκολία που καταπλήσσει. Τις παράξενες συνήθειες του Ντύσσελ, του ηλικιωμένου οδοντίατρου, που μαζί του μοιράζεται το δωμάτιό της, την χάρη του ευγενικού, ευαίσθητου, έξυπνου πατέρα της, την ειρωνική, ανυπόμονη μητέρα της, την καλοσύνη της αδελφής της, τους ευερέθιστους Βαν Ντάαν, τους βλέπει με την σκληράδα του παιδιού, που δεν συγχωρεί και μαζί με την ωριμότητα και την κρίση ενός ενήλικα. Και βρίσκει λέξεις κατάλληλες, περιεκτικές για να περιγράψει τα αισθήματα και τα συναισθήματά της. Ξέρει ότι είναι έξυπνη και άπειρη, ένα άπειρο μικρό κορίτσι, αβέβαιο, που παριστάνει μπροστά στους ενήλικες την αδιάφορη, ένα παιδί που η ευθυμία του προκαλούσε πάντα το θαυμασμό και, τώρα, όχι μόνο μαθαίνει να ζει χωρίς θαυμασμό αλλά αισθάνεται την ανάγκη να βελτιωθεί. Μπορεί να βλέπει καθαρά, σαν να ανήκουν σε κάποιο άλλο πρόσωπο, την προσωπική της μάχη με την απελπισία, ώσπου ν' αποκτήσει την τωρινή της σιγουριά και για τον αναγνώστη είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία να βλέπει, μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της, την Anne να μεταβάλλεται, μόνο μέσα σε δύο χρόνια, από παιδί σε καλλιεργημένη γυναίκα. Και, όπως το τελευταίο γράμμα της δείχνει, η Anne γνώριζε σε βάθος τον εαυτό της και γνώριζε ακόμη τι χρειαζόταν για να φθάσει στο μέγιστο σημείο της πνευματικής της ωριμότητας.

Αλλά δεν πρόλαβε. Πέθανε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπέργκεν-Μπέλσεν, το Μάρτιο του 1945, δύο μήνες πριν την απελευθέρωση της Ολλανδίας και τρεις μήνες πριν συμπληρώσει τα 16 της χρόνια.

Διαβάζοντας το ημερολόγιο της Anne Frank ανακαλύπτει κανείς, ότι ένα πολιτισμένο έθνος μπορεί να αναπτύξει τη βαρβαρότητα σε επιστήμη κι ότι τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ήταν ένα μέσο που υπηρετούσε την επιστήμη αυτή. Και τώρα, όλοι, ακόμη και το ίδιο το γερμανικό έθνος, είμαστε πρόθυμοι να ξεχάσουμε, ρίχνοντας το σφάλμα σε κάποιο άλλο έθνος, σε κάποιες άλλες αρχές. Ακόμη και η Anne Frank, ένα παιδί, ήξερε ότι τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Η ερώτηση έρχεται αυθόρμητα: Πώς μπόρεσαν; Τι τους οδήγησε να το κάνουν; Γιατί οι άνθρωποι επιτρέπουν ακόμη την ύπαρξη των στρατοπέδων συγκεντρώσεως στη Ρωσία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης; Τι κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι ένας Εβραίος ή ένας πολιτικός αντίπαλος είναι ένα παράσιτο που πρέπει να εξολοθρέψουν;

Είναι το δόγμα, το δόγμα που τόσο νωρίς οι άνθρωποι κάνουν κτήμα τους και που τους κάνει τυφλούς και αναίσθητους στην ανθρώπινη αγωνία. Είναι το δόγμα, τροποποιημένο όπως οι ιστορικές συνθήκες το απαιτούν, που κάνει τους ανθρώπους αντικείμενα που υπηρετούν ιστορικές σκοπιμότητες και τις ανθρώπινες ζωές πρώτη ύλη στην οικοδόμηση αυτών των σκοπών. Είναι το δόγμα που κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι μπορούν να θυσιάζουν τις γενεές στο όνομα του μέλλοντος που υπηρετούν. Ύστερα, οι κυβερνήσεις που μάχονται με τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, δεν έχουν περιθώρια εκλογής. Πίσω από την ανθρώπινη κτηνωδία και το προσωπικό μίσος του Χίτλερ για τους Εβραίους, τα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως ήταν μέρος της οικονομικής πολιτικής της χώρας.

Είναι αλήθεια ότι μετά τα χρόνια του πολέμου, της βαρβαρότητας και του θανάτου ακολουθούν χρόνια ευτυχίας και άνθησης του ανθρώπινου πνεύματος; Μπορούν τα ανθρώπινα πλάσματα να πλαστούν σ' ένα συγκεκριμένο, «ιστορικό» σχήμα; Αν η απάντηση είναι θετική τότε η ίδια η ανθρώπινη ζωή δεν σημαίνει τίποτα, ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όργανο, παθητικό ή ενεργητικό, στην υπηρεσία της ιστορίας. Και για να κλείσει ο κύκλος της ιστορικής πορείας, οι εκλεκτοί πρέπει να πουν: «Δημιουργήσαμε τις κατάλληλες συνθήκες για να ολοκληρώνει ο κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, τις κατάλληλες συνθήκες για να ικανοποιεί τις ανάγκες του και να δικαιώνει τις φιλοδοξίες του, φθάσαμε στο ιστορικό εκείνο σημείο που ο άνθρωπος ολοκληρώνει την προσωπικότητά του. Αλλά, αν οι επιθυμίες της ανθρώπινης καρδιάς παραμένουν ανεκπλήρωτες, τότε ο κύκλος δεν έχει κλείσει, ο σκοπός δεν έχει εκπληρωθεί και η υπερηφάνεια θα δώσει τη θέση της στην έκπληξη.

Οι άνθρωποι είναι ικανοί να δικαιολογήσουν κάθε βαρβαρότητα για να αποδείξουν ότι είναι λογική, απαραίτητη, μέρος κάποιας ανώτερης λειτουργίας. Πιστεύουν ότι ο σκοπός τους αξίζει κάθε θυσία. Γιατί οι Γερμανοί σκότωσαν αυτό το χαριτωμένο, έξυπνο και καλό κορίτσι; Γιατί είχαν πεισθεί ότι είχαν το δικαίωμα να το κάνουν, γιατί πίστευαν ότι θανατώνοντάς το υπηρετούσαν το μέλλον. Πεθαίνοντας από την πείνα και την αθλιότητα στο Μπέργκεν - Μπέλσεν, η Anne Frank πήρε μαζί της, στον τάφο της, κάθε εκλεκτό, διανοητικό σκοπό που επιτρέπει σ' αυτούς που τον υπηρετούν να βασανίζουν και να σκοτώνουν.

Σε δυο χρόνια η Anne Frank ολοκληρώθηκε, μέσα από τα δάκρυα, την υπομονή, και την ευθυμία της και με όλη την ευστροφία ενός αδέσμευτου μυαλού, στράφηκε προς την καλοσύνη. Διδάχθηκε μόνη της το χαμόγελο της πίστης και της ευτυχίας. Πιστεύουμε ότι αυτό το χαμόγελο δεν χάθηκε, ακόμη και στο Μπέργκεν -Μπέλσεν.

 

 

 

 

«Θέλω να σ' εμπιστεύομαι, όπως δεν εμπιστεύτηκα κανένα πριν από σένα κι ελπίζω ότι θα είσαι για μένα στήριγμα και παρηγοριά.»

Anne Frank, 12 Ιουνίου, 1942